Thursday, June 2, 2016

28. Περί χαριτωμένης βίας


Τράπεζες με χαλαρή ατμόσφαιρα, με πολύ χαμογελαστούς υπαλλήλους, με το γαλάζιο και το ρόζ φορές φορές να κυριαρχούν, συχνά διακοσμημένες με μπαλόνια και φατσούλες αστείων ηρώων κόμιξ. Σε μια χώρα που εκατομμύρια άνθρωποι δυσκολεύονται κάθε μήνα να αποπληρώσουν τις δόσεις των δανείων τους, ένα ζαχαρένιο σύννεφο παιδιάστικης ελαφρότητας περιτυλίγει το κάτεργο. κι η αλυσίδα που τους σκλαβώνει είναι πολύχρωμη και χαριτωμένη. 
Τάνκς που πάλι κατεβαίνουν στους δρόμους. Σε κάθε γωνία, μπροστά απο κάθε κεντρικό μνημείο, έξω απο κάθε μεγάλο υπουργείο, οπλισμένοι στρατιώτες. Έρχεται τότε εκείνος ο κλόουν κι αρχίζει να φυτεύει λουλούδια στα όπλα τους, να τους φοράει κορδελάκια στα μαλλιά, και να καρφιτσώνει στα ρούχα τους αστείες κονκάρδες καθώς φωτογραφίζεται μαζί τους μέσα στο κέφι και τη χαρά. Κι έτσι γίνεται ο φόβος χαριτωμένος κι αυτός.
Νεαρές κοπέλες που κοιμούνται για λεφτά με αποκρουστικούς συχνά εξηντάρηδες. Δεν ανοίγουν απλά όμως τα πόδια τους, ουδέτερες, μην μπορώντας να κρύψουν οτι ελπίζουν ο πελάτης τους να τελειώσει γρήγορα και να τις αφήσει ελεύθερες . Σε όλη τη διάρκεια δείχνουν χαρούμενες, ευτυχισμένες, γεμάτες σκέρτσο και νάζι, γλυκειές σαν να είναι ερωτευμένες. Ένα είδος έμμεσου βιασμού που πρέπει να τον δεχθούν χαριτωμένα κι έτσι να γίνει χαριτωμένος κι αυτός.
Στο σχολείο. Η ντόπια δασκάλα-βοηθός χτυπάει με δύναμη τις παλάμες μερικών παιδιών μ ενα χάρακα κι όλη η τάξη βουβαίνεται. Έχει τυλίξει τον χάρακα αυτόν με στρώσεις απο κολλητική ταινία για να τον κάνει πιο φαρδύ και τσουχτερό αλλά όχι τόσο αιχμηρό ωστέ να προκαλέσει πληγές. και σε όλο το μήκος του έχει κολλήσει μια ντουζίνα μικρά αυτοκόλλητα, καρδούλες και λουλουδάκια. Τα όργανα πόνου μπορεί να ναι κι αυτά χαριτωμένα. 
Ο Αμερικάνος δάσκαλος αγγλικών μπορεί τώρα να συνεχίσει το μάθημα του απρόσκοπτα και , σαν να ήταν κρεατοφάγος με ευαισθησίες που απολαμβάνει τα διάφορα κοψίδια αλλά ποτέ δεν θα έσφαζε ζώα ο ίδιος, αφήνοντας άλλους να κάνουν τη βρώμικη δουλειά, χαίρεται κατά βάθος που τα παιδιά ξυλοκοπήθηκαν και μπορεί να διδάξει τώρα μέσα σε ησυχία. 
Καθώς τα σκέφτεται όλα αυτά του διαφεύγει λίγο πως όλη αυτή η βία δεν απεικονίζεται χαριτωμένα μόνο για να συγκαλυφθεί και να εξωραιστεί. Το χαριτωμένο υπάρχει κι ως ένδειξη πως η αλυσίδα δεν υπάρχει εδώ όπως ακριβώς την ξέρει αυτός, ο φόβος εδώ δεν είναι ακριβώς ο φόβος όπως αυτός τον έχει γνωρίσει, ο βιασμός δεν είναι αυτό που ξέρει για βιασμό, ο πόνος ακόμα κι αν βιώνεται το ίδιο σωματικά δεν εκλαμβάνεται εδώ ώς πόνος-κακοποίηση της ατομικότητάς σου. 
Η βία βλέπεις δεν είναι η ίδια όταν δεν ορίζεται και δεν γίνεται αντιληπτή ως τέτοια. Για αυτό μπορεί και πιο εύκολα να είναι χαριτωμένη, αντανακλώντας ενα διαταραγμένο κοινωνικό συμβόλαιο, μια ακατανόητη, παράδοξη για τα δυτικά μάτια, συναίνεση.

Sunday, April 24, 2016

27. Συνάλλαγμα


Πηγαίνω, για να αλλάξω κάτι χρήματα που έχω, σ' ενα μικρό υποκατάστημα ανταλλακτηρίου που φημίζεται οτι δίνει τις καλύτερες ισοτιμίες.
Είμαι ο μοναδικός ξένος σε μια τεράστια ουρά ανθρώπων που περιμένουν υπομονετικά τη σειρά τους. Μετράω: είναι περίπου ογδόντα άτομα.
Σκέφτομαι πως κάθε φορά που έρχομαι εδώ βρίσκω την ουρά και πιο μεγάλη. Λες και αυξάνονται οι άνθρωποι που χουν λεφτά στα χέρια τους, ενα ψέμα άραγε, μια πραγματικότητα ; Οτι η μεσαία τάξη αυγατίζει, οτι ένα κομμάτι του λαού συνεχίζει να δραπετεύει σιγά σιγά απ τη φτώχεια κι αρχίζει να ζει καλύτερα. Γυρίζω με το μυαλό μου ακόμα πιο πίσω, όταν είχα πρωτοέρθει εδώ: σπάνια έβρισκες τότε κάποιον ντόπιο που είχε βγεί απ τη χώρα, όταν σήμερα όλοι τριγύρω σου ταξιδεύουν.
Παρατηρώ πως ούτε ένας απο όσους αλλάζουν λεφτά δεν μοιάζει να πηγαίνει σε κάποια φτωχή χώρα. Όλοι τους διαλέγουν τα πλούσια, αναπτυγμένα μέρη για τις διακοπές τους. Έχοντας ζήσει κάποιοι απο αυτούς πολύ στριμωγμένα κάποτε , κι έχοντας όλοι τους πολλές παραστάσεις υπανάπτυξης, ελκύονται απο οτιδήποτε 'εξελιγμένο'. Απο τους καθαρούς δρόμους, τα καινούρια πολυόροφα κτίσματα, τα μεγαλά εμπορικά, τα σικάτα μαγαζιά, τους περιποιημένους και καλοντυμένους ανθρώπους γύρω τους. Αν κάποτε αυτός ο τόπος όντως 'αναπτυχθεί', έστω κι αν αυτό μοιάζει μάλλον απίθανο, τότε υποθέτω πως οι ντόπιοι θα κάνουν τουρισμό σε τριτοκοσμικές χώρες, αποζητώντας τις εικόνες της φτώχειας, τις τόσο όμορφες και γραφικές, τις τόσο ελκυστικές φωτογραφικά, που θα τους λείπουν στην καθημερινή τους ζωή.
Δεκάδες άνθρωποι μα η ουρά είναι συμπυκνωμένη σε μερικά μόλις μέτρα. Παράλογα ο καθένας τους στριμώχνεται πίσω απ τον άλλον, για να έχουν την ψευδαίσθηση , βρισκόμενοι πιο κοντά στο ταμείο, οτι η σειρά τους θα έρθει γρηγορότερα.
Μπροστά μου μια σαραντάρα φτιάχνει ενα μάτσο απο χρήματα που προτίθεται να αλλάξει βγαζοντάς τα απ τις σελίδες ενός βιβλίου που τα είχε κρυμμένα. Δεν είναι τοπικό νόμισμα, είναι δολάρια που προφανώς της περίσσεψαν απ το προηγούμενο ταξίδι, κάθε ενα και χαρτονόμισμα των εκατό. Στο τέλος μαζεύει εναν ογκώδη μάτσο απο αυτά τα εκατονταδόλαρα. Μα πού τα βρήκε τόσα λεφτά;
Χάνομαι λίγο στις σκέψεις μου και μετά αρχίζω πάλι να παρατηρώ τους ανθρώπους που στέκονται υπομονετικά μπροστά μου.
Κάθε τέσσερα άτομα τα τρία είναι γυναίκες. Κάποτε θα λεγα πως τίποτε δεν έχει αλλάξει. Οι άντρες δουλεύουν, οι γυναίκες που κάθονται σπίτι είναι πιο εύκαιρες να τρέξουνε λίγο για να αλλάξουνε χρήματα για το επικείμενο οικογενειακό ταξίδι. Ξέρω όμως πως δεν είναι έτσι. Οι γυναίκες, καλά  καταρτισμένες, ανταγωνιστικές ήδη απο την εποχή του σχολείου, προσηλωμένες στις καριέρες γραφείου ή στις επιχειρήσεις τους, έχουν αρπάξει τις ευκαιρίες που τους δόθηκαν και σιγά σιγά σαρώνουν επαγγελματικά. Την περίοδο διακοπών ταξιδεύουν συνήθως με τις φίλες τους, στα μαγικά πλούσια μέρη που ήθελαν να πάνε απο παιδιά, κατάλληλα για ψώνια και εκδρομές σε αξιοθέατα.
Η ουρά κονταίνει.
Όλα αυτά ανόητες σκέψεις, ανόητα συμπεράσματα που προσπαθούν να δώσουν μορφή σε μια σύμπτωση, να εκμαιεύσουν μια γενική εικόνα πίσω απο ένα τυχαίο ετερόκλητο πλήθος που αν κάτι εκφράζει με σιγουριά, είναι τις προπαρασκευασμένες ιδέες που βρίσκονται στο κεφάλι του παρατηρητή.
Η γυναίκα μπροστά μου δεν έχει τί να κάνει και αρχίζει να διαβάζει το βιβλίο που προηγουμένως έκρυβε τα δολάρια.
Σκύβω, κοιτάζω λίγο, είναι ένα βιβλίο που μιλάει για τη ζωή και το έργο ενός μοναχού.
Μετράω: προηγούνται απο μένα ακόμα άλλοι εικοσιέξι!



Wednesday, March 30, 2016

26. Μια μικρή διαδρομή


Ανεβαίνω στο μηχανάκι ταξί κι ως συνήθως ο οδηγός δεν μου δίνει να φορέσω κράνος. Γίνονται πολλά ατυχήματα σε αυτούς τους δρόμους αλλά δεν βαριέσαι! Ούτε τρία χιλιόμετρα απόσταση δεν είναι! Καθώς ξεκινάμε , προχωρώντας με ελιγμούς μέσα στην κίνηση, δεν μπορώ να μην σκεφτώ παρ όλα αυτά πως τα σχεδόν δεκα χρόνια που βρίσκομαι εδώ, όλες αυτές οι μικρές διαδρομές που χω κάνει έτσι, εντελώς απροστάτευτος, πρέπει να ισοδυναμούν συνολικά με πολλές χιλιάδες χιλιόμετρα.
Άραγε να παραμονεύει κάπου και η δική μου η ώρα;  Νά, ίσως εδώ, στην επόμενη στροφή!
Μια στιγμιαία ανασφάλεια. Σαν να χάνω λίγο την ισορροπία μου και σφίγγω γερά τον οδηγό για να μην πέσω. Πρίν λίγα λεπτά κοιταζόμασταν στα μάτια σχεδόν σαν εχθροί μην μπορώντας να συμφωνήσουμε στην ταρίφα αλλά τώρα που κολλάω σχεδόν πάνω του και νιώθω το παχύσαρκο σώμα του να πάλεται καθώς ανασαίνει βαριά, απηυδυσμένο απο τη ζέστη και το καυσαέριο, νιώθω ένοχος που παζάρεψα τόσο την τιμή και αισθάνομαι μια αλλόκοτη τρυφερότητα για κάποιον που θα μπορούσε να είναι ενας ανθρωπος δικός μου. Δεν ξέρω πιά αν γραπώνω το τσακισμένο απ την κούραση σώμα για να στηριχθώ ή το αγκαλιάζω.
Κι έπειτα ξεχνιέμαι για λίγο και χαζεύω όλες αυτές τις γνώριμες εικόνες που περνάν απο δίπλα μου, μιας πόλης που φορές φορές φοβάμαι πως εχω αρχίσει να μισώ γιατί ναι, είναι άσχημη, πνιγμένη μες το μπετόν, αλλά ακόμα αγαπάω: τα καροτσάκια με τους πωλητές που πουλάνε νούντλς, τους ανθρώπους που καρτερικά περιμένουν στη στάση του λεωφορείου, τα σπασμένα πεζοδρόμια, τα αδέσποτα σκυλιά που βρίσκουν ανακούφιση κάτω απο κάποιον ίσκιο. Στα ρουθούνια μου πάντα αυτή η απροσδιόριστη, εθιστική μυρωδιά! Ίσως να ναι το τσίλι , ο βασιλικός και η σόγια που καίγονται μέσα σε κάποιο γουόκ καθώς το φαί ετοιμάζεται.
Έχω ανέβει χιλιάδες φορές αλήθεια σ αυτά τα μηχανάκια. Ποιά να ταν άραγε ή πρώτη φορά; Κάπου εκεί θα ταν , στην αρχή, τον καιρό που όλα έμοιαζαν γύρω τόσο παράξενα, τόσο μαγικά και δεν το ήξερα τότε αλλά ήμουν ακόμα παιδί.
Τότε που η πόλη ήταν ακόμα άγνωστη, και σε κάθε γωνία με περίμενε κάτι υπέροχο και επίφοβο που έπαιρνε σχήμα μες το σκοτάδι.
Και το πρώτο κορίτσι.
Με πήρε θυμάμαι απ το χέρι και με οδήγησε μέσα απο πολύβουα παζάρια με αλλόκοτα εξωτικά φρούτα στο φτωχικό του δωμάτιο. Κι αφού το χόρτασα και έπεσα μετά σε λήθαργο , ξύπνησα για να ανακαλύψω οτι με κοίταζε , ποιός ξέρει για πόση ώρα καθώς είχα τα μάτια κλειστά, και πως είχε πλύνει, την ώρα που κοιμόμουν, τα ταλαιπωρημένα παπούτσια μου και τα χε βάλει να στεγνώσουν στον ήλιο!
Άραγε σήμερα που δεν κρύβεται πια για μένα εδώ κανένα μυστήριο παρά μια πεζότητα, μια ισοπεδωτική κανονικότητα που λειώνει ράθυμα μέσα στον καύσωνα, μήπως περιμένω ενδόμυχα να είναι άγρια και αναπάντεχη η επόμενη στροφή ;
(Μάθε μου πως καθαρίζεις τον ανανά χωρίς να τον κόψεις φέτες
Μάθε μου πως πλέκεις εκείνες τις μακριές πλεξούδες που κουνιούνται πέρα δώθε καθώς τα κοριτσάκια τρέχουν ανέμελα
Μάθε μου πως φτιάχνεις τις λουλουδένιες γιρλάντες που κρέμονται στους καθρέφτες των αυτοκινήτων και στους βωμούς
Μάθε μου πως να τρώω με ξυλάκια. Θέλω να το ξεχάσω για να μου το μάθεις ξανά!
Πήγαινέ με στον ναό που βρίσκεται δίπλα στο κανάλι να ταίσουμε τα γιγάντια γατόψαρα. Με τα πρώτα ψίχουλα που πέφτουν μες το νερό μαζεύονται κατά δεκάδες χοροπηδώντας!)
Η επόμενη στροφή είναι όμως όπως πάντα ήσυχη.
Φτάνουμε στον προορίσμό μας. Κατεβαίνω απο το μηχανάκι και ο οδηγός με κοιτάξει χαρούμενα κι έκπληκτα καθώς του δίνω τα διπλάσια απο όσα είχαμε συμφωνήσει χώρις να ξέρει πως και λίγα ήταν γιατί , αθελά του, δεν με έφερε πίσω στον βαρετό μου διαμέρισμα αλλά με πήγε ενα ταξίδι πίσω στο χρόνο.




 

Tuesday, January 19, 2016

25. Τσιρλίντερς


Ο Δυτικός, που διδάσκει αγγλικά για πρώτη χρονιά εδώ, σχεδόν σοκάρεται.
Στις εκδηλώσεις του σχολείου για την ημέρα του αθλητισμού έχουν ντύσει μια ομάδα, απο εννιάχρονες και δεκάχρονες μαθήτριες, τσιρλίντερς, που χορεύουν στο ρυθμό της μουσικής και των ταμπούρλων ενθαρρύνοντας τα παιδιά-αθλητές που παίρνουν μέρος στους αγώνες.
Τα κοριτσάκια έχουν το μαλλί σηκωμένο ψηλά, είναι βαριά μακιγιαρισμένα , και φοράνε μόνο κάτι τοσοδούλικα μπρά και μίνι φτιαγμένα απο χαρτί εφημερίδων, και δικτυωτά καλσόν που καταλήγουν σε ψηλοτάκουνα.
Εντούτοις, πέρα απο τον Δυτικό δάσκαλο, κανείς άλλος δεν δείχνει να ενοχλείται απο την αμφιεσή τους. Οι γονείς των κοριτσιών τη βρίσκουν απόλυτα φυσιολογική, αθώα και χαριτωμένη.
Ο Δυτικός δυσκολεύεται να εξηγήσει στους άλλους δασκάλους που είναι το πρόβλημα.
Αν υπαινιχθεί οτι τα παιδιά είναι ντυμένα με σεξουαλικό τρόπο θα είναι αυτός που θα φέρει την ενοχή του να βλέπει μια παιδική μεταμφίεση  'πονηρά', κοιτάζοντας ουσιαστικά ,ο ίδιος, τα παιδιά σεξουαλικά.
Αν υπαινιχθεί οτι τα παιδάκια δεν είναι καλό να διδάσκονται, ειδικά σ αυτή την ηλικία, ρόλους σεξουαλικών αντικειμένων και να ντύνονται έτσι, τότε πάλι οι ντόπιοι δάσκαλοι θα απορήσουν: δίνει πολλή μεγάλη σημασία σ' ένα παιχνίδι που ,σαν ενα είδος καρναβαλιού, υποκαθιστά την ημέρα της γιορτής και μόνο στο επίπεδο της φαντασίας κάτι που δεν μπορεί να εκφραστεί στην πραγματικότητα. Λίγα λοιπόν ως τίποτε θα σημάνει για την εξέλιξη των κοριτσιών, κι απόδειξη είναι πως οι Δυτικές ως ενήλικες ντύνονται πολύ συχνότερα απο τις δικές τους κοπέλες με παρόμοιους τρόπους.
Στο κάτω κάτω αυτό το ενδυματολογικό στύλ απο τη Δύση το εισαγάγανε , αυτή τους το μετέδωσε πολιτισμικά και τώρα ποιός ο λόγος να διαμαρτύρεται μέσω αυτού του δασκάλου; Διαμαρτύρονται δηλαδή οι Δυτικοί για την δική τους την κουλτούρα που εκείνοι απλώς αντέγραψαν και στιγμιαία καθρέφτησαν ,εντελώς αθώα, πάνω στα ανήλικα;
Οι γονείς των κοριτσιών φωτογραφίζουν ασταμάτητα και με περηφάνεια. Κι αν κατά λάθος ,πάνω στο χορό, κάποιο ρούχο σχιστεί και το σώμα μιας μαθήτριας φανεί λίγο περισσότερο , όλοι γελάνε χωρίς να δίνουν ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός. Είναι απλώς ένα παιδί.

Tuesday, January 5, 2016

24. Ζωές Δυτικών


Ο θρύλος λέει πως όσοι Δυτικοί επιλέγουν να γίνουνε μόνιμοι κάτοικοι εδώ σύντομα παραλύουν. Το μέρος έχει μοναδική ικανότητα στο να τους αποκοιμίζει.
Μετά απο λίγα χρόνια είναι ανίκανοι πια να κάνουν το παραμικρό.
Τα μίνι μάρκετς δυο βήματα απο εκεί που μένουν, πουλάνε τα πάντα κι είναι ανοιχτά 24 ώρες.
Το φαγητό έξω πάμφθηνο, κόστίζει σχεδόν όσο αν το μαγείρευαν στο σπίτι. Οι περισσότεροι δεν μαγειρεύουν ποτέ.
Τα φαρμακεία πουλάνε τα πάντα χωρίς συνταγή γιατρού. Τρέχουν στους γιατρούς μόνο σε σοβαρές περιπτώσεις.
Ναρκωτικά, αναβολικά και βιάγκρα βρίσκονται επίσης χωρίς κανένα κόπο.
Δίνουν τα ρούχα τους συνήθως αλλού, για πλύσιμο και σιδέρωμα.
Τα μηχανάκια -ταξί, με ελάχιστο αντίτιμο ,τους απαλλάσσουν απ την υποχρέωση να περπατήσουν μικρές διαδρομές μες τη ζέστη. Καταλήγουν να τα παίρνουν ακόμα και για 400 μέτρα.
Όσοι δουλεύουνε δάσκαλοι αγγλικών, οι περισσότεροι δηλαδή, το πολύ πολύ να διδάξουν 20 ώρες τη βδομάδα. Η ώρα περνάει εύκολα: βάζουν τα παιδιά πότε να αντιγράψουν, πότε να ζωγραφίσουν, κι εκείνοι παίζουν με το κινητό τους στην έδρα. Κανένας δεν τους ελέγχει, κανένας δεν τους πιέζει.
Έχουν μάλιστα 3,5 μήνες διακοπές τον χρόνο που αρκετοί απο αυτούς τις πληρώνονται.
Οι υπόλοιποι δουλεύουν σε δουλειές που έχουν ανάλογα χαλαρούς ρυθμούς και δεν απαιτούν καν απο εκείνους να μάθουν την τοπική γλώσσα. Μετά απο δεκαπέντε χρόνια διαμονής στη χώρα μπορεί να μην έχουν μαθει ούτε εκατό τοπικές λέξεις και δεν αισθάνονται διόλου δυσλειτουργικά.
Δεν τους απασχολούν και πολύ οι νόμοι. Ξέρουν ,πως ένα χαρτονόμισμα θα διαγράψει κάθε μικροπαρανομία και πολλά χαρτονομίσματα θα διαγράψουν τις μεγαλύτερες.
Η κοινωνία τους αποκλείει απο οποιεσδήποτε συλλογικές διαδικασίες κι αυτοί δέχονται τον αποκλεισμό μάλλον με ανακούφιση: δεν μπορούν να έχουν λόγο για τις ντόπιες πολιτικές υποθέσεις κι έτσι βρίσκουν δικαιολογία ωστέ να μην τους καίγεται καρφί για όσα συμβαίνουν στη χώρα.
Πηγαίνουν απο πάρτυ σε πάρτυ καταναλώνοντας τόνους φτηνού αλκοόλ.
Οι άντρες μπορούν να έχουν ντουζίνες απο νεαρές ντόπιες ( ή νεαρούς ντόπιους ,ανάλογα με τις προτιμήσεις τους), άσχετα απο την εμφανισή τους, χωρίς συνήθως να καταβάλλουν την οποιαδήποτε προσπάθεια τις έχουν στο κρεβάτι τους λίγες ώρες μετά που τις γνώρισαν. Τα λεφτά τους, το κοινωνικό στάτους τους, η αίγλη που ασκούνε ως Δυτικοί αρκούν.
Δεν είναι πλούσιοι ούτε κατά διάνοια αλλά τα λεφτά τους έχουν μια αγοραστική αξία αρκετή ωστέ να μην στερούνται τίποτε, να περνάνε ξέγνοιαστα και να νοικιάζουν ενα διαμέρισμα σε πολυκατοικία με γυμναστήριο και πισίνα.
Και τα χρόνια περνούν χωρίς εκείνοι να καταβάλλουν τον ελάχιστο κόπο.
Είναι ένας ευχάριστος ύπνος αναμφίβολα. Καθώς βυθίζονται ολοένα στην παθητικότητα δεν μπορείς να τους κατηγορήσεις , γιατί το μόνο που έχεις να αντιπαραβάλλεις στο λάιφστάιλ τους είναι ο κτηνώδης ανταγωνισμός , το άγχος και η καθημερινή πίεση που κυριαρχούν στη δύση κι εκείνοι , σοφά ίσως, άφησαν πίσω.
Επιπροσθέτως κάτι παράξενο συμβαίνει. Έχοντας ζήσει μια ζωή με τόσα προνόμια και ανέσεις καταλήγουν συχνά να νιώθουν κουρασμένοι, μόνοι, αποκλεισμένοι, πικραμένοι και ,κυρίως, εξαπατημένοι.
(Σαν να μετάνιωσαν που αποκοιμήθηκαν. Σαν το μέρος τελικά να τους μάσαγε ύπουλα όλα αυτό τον καιρό και να τους έφτυσε στο τέλος γέρους, γυμνούς κι ανάξιους έξω, στον καυτό ήλιο.)
Το μόνο γιατρικό τους ένα ακόμα ποτό.








Sunday, August 23, 2015

23. Ένα νησι


Δυο χιλιάδες κάτοικοι με τα ξύλινα σπίτια και τα μαγαζιά τους , οι περισσότεροι δρόμοι χωμάτινοι, στοιχειώδεις λοιπές υποδομές (κάπου κάπου ηλεκτρισμός με γεννήτριες), μια ντουζίνα συγκροτήματα με μπανγκαλόουζ που ελάχιστα διαταράσσουν το φυσικό τοπίο. Κι όλο το υπόλοιπο μια μεγάλη έκταση απο ζουγκλώδη βλάστηση που καταλήγει σε υπέροχες ερημικές παραλίες.
Οι λιγοστοί τουριστες ,ξεχνώντας τα κουνούπια και τις τεράστιες κατσαρίδες στο δωματιό τους το προηγούμενο βράδυ που δεν τους άφησαν να απολαύσουν τον ύπνο τους, ανοίγουν εκστασιασμένοι τα μάτια τους διάπλατα (αχ η φύση!): οι μόνιμοι κάτοικοι όμως υποψιάζομαι πως ονειρεύονται ανάπτυξη. Πολυκαταστήματα κι ουρανοξύστες, διαμερίσματα με όλες τις ανέσεις, να μην κολλάνε τα οχηματά τους στις λάσπες όταν βρέχει, να απαλλαγούν επιτέλους απο τις τροπικές αρρώστιες, ( κόψτε και μερικά δέντρα, μπαζώστε τα έλη, ασφαλτοστρώστε, μα τί κάνει ο δήμαρχος ;) εκατομμύρια μελλοντικούς επισκέπτες που θα τους φέρουν λεφτά.
Φαίνεται στιγμές στιγμές σαν να μην καταλαβαίνουν πόσο ανεκτίμητα όμορφο είναι το νησί τους.
Τόσες μέρες είμαι εδώ, ο καιρός είναι θαυμάσιος, αλλά μετα βίας εχω δεί δυο τρείς ντόπιους να μπαίνουν στη θαλασσα, κι εκείνοι , είτε λόγω ντροπής είτε για να μην τους χτυπήσει ο ήλιος, φορώντας τα ρούχα τους. Περπατάνε για λίγο πανω κάτω μες το νερό, κάθονται κάτω πλατσουρίζοντας στα ρηχά, μετά βγαίνουν έξω.
Όταν αναφέρονται σε μια παραλία εννοούνε πάντοτε το ρισόρτ που είναι χτισμένο λίγο πιο πάνω. ' Μα γιατί θες να πάς ; ' με ρωτάει η ρεσεψιονίστ που προσπαθεί να μου βρεί μεταφορικό μέσο για μια μακρυνή τοποθεσία που διάβασα κάπου πως έχει παραδεισένια αμμουδιά. 'Ειναι λόου σίζον τώρα και το ρισόρτ είναι κλειστό. Δεν έχει τίποτα εκεί.'
Μα όταν φτάνω εκεί , αυτό το τίποτα μου φαίνεται συγκλονιστικό.
Αυτή η σμαραγδένια πεντακάθαρη θάλασσα, ο ουρανός που κατεβάζει χαμηλά τα συννεφά του σε περίεργα σχήματα, οι κοκκοφοίνικες που παρεταγμένοι στην ακτή αγκαλιάζουν όλο το τοπίο,  η άμμος που, λεπτή σαν πούδρα, φτιάχνει βουναλάκια και μικρές γούρνες που φιλοξενούν γλυκό νερό που κατεβαίνει απο τις πηγές και ενώνεται με το αρμυρό, σκέφτομαι πως δεν έχουν καμμία ελπίδα όταν περιγράφονται ως τίποτα όχι μόνο απο κάποιον ανάλγητο επιχειρηματία αλλα και απο απλούς ανθρώπους!
Κολυμπάω μόνος, με τις ώρες, και δεν θέλω να βγώ. Σηκώνω το κεφάλι, κοιτάζω πάνω και γύρω γύρω, δεν μπορώ σχεδόν να το πιστέψω : παντού μια αμόλυντη επιβλητική φύση , τόσο όμορφη που προκαλεί δέος!
( Κι όμως πόσο άραγε να άντεχα εδώ χωρίς να κουραστώ απ τη μονοτονία της καθημερινής ζωης και την έλλειψη ανέσεων ; Μερικούς μήνες ; Αν προηγούμενες γενιές ονειρεύτηκαν μια ανάπτυξη που περνούσε μέσα απο την καταστρόφή του φυσικού περίγυρου , η δικιά μου γενιά είναι εθισμένη στο καυσαέριο!)
Βγαίνω έξω απο το νερό, ξαπλώνω στην άμμο, όλα είναι σαν σε όνειρο και ιδίως το οτι βρίσκομαι σε ενα τέτοιο μέρος και μοιάζει να μην υπάρχει άλλος άνθρωπος γύρω σε ακτίνα χιλιομέτρων.
Εντούτοις υπάρχουν δυο τρία σκυλιά ,που φαίνονται φιλικά, και τρεχοβολάνε τριγύρω παίζοντας. Δεν τους δίνω σημασία μέχρι που , όταν η ματιά μου πέφτει πάλι πάνω τους, διαπιστώνω πως έχουνε γίνει επτά οχτώ και πως τα περισσότερα είναι ιδιαίτερα μεγαλόσωμα. Με το πρώτο γρύλισμα πετάγομαι όρθιος. Δεν απευθύνεται όμως σε μένα . Ολόκληρη η αγέλη τα χει βάλει μ ενα γέρικο κανελλί σκυλί που μέχρι πριν απο λίγο έμοιαζε να ναι μερος της. Του επιτίθενται ξαφνικά και χωρίς έλεος. Ένα απο τα άλλα σκυλιά το γραπώνει απο το λαιμό και το αναποδογυρίζει , το ακινητοποιεί, τα υπόλοιπα ορμάνε και το ξεσκίζουν έτσι ανυπεράσπιστο που είναι, μπήγοντας βαθιά τα δόντια τους παντού , στα πόδια , στην κοιλιά, το κανελλί σκυλί χτυπιέται και ουρλιάζει σπαραχτικά καθώς το κάνουν κομμάτια μέχρι που η φωνή του σβήνει και το παρατάνε σαν ενα άδειο σακί στην άμμο.
Και αμέσως μετά, σε δευτερόλεπτα, τα περισσότερα σκυλιά με περιτριγυρίζουν, σιωπηλά , με ματωμένες μουσούδες. Σιγά σιγά οπισθοχωρώ, με ακολουθούνε μέχρι τον δρόμο αλλά ευτυχώς μετά χάνουν το ενδιαφέρον τους και επιστρέφουν στην παραλία τους.
'Προσοχή στις μαιμούδες, δαγκώνουν΄, γράφουνε οι επιγραφές σε διάφορα σημεία του νησιού. Όπως φαίνεται όμως και τα σκυλιά εδώ δαγκώνουν. Άραγε να δαγκώνουν και οι ντόπιοι ; Μοιάζουν διαφορετικοί απο τους ανθρώπους που θα συναντήσεις στην υπόλοιπη χώρα, τυπικοί αλλά συχνά βαριοί στους τρόπους και λιγομίλητοι, με αινιγματικό σκοτεινό βλέμμα.
Κι οι τουρίστες σαν εμένα ; Αυτοί κι αν δαγκώνουν!
Ο μαζικός τουρισμός πλησιάζει με γοργά βήματα και , σύντομα, το νησί θα γίνει αγνώριστο. Αν κρίνω απο άλλα ανάλογα μέρη που πέρασαν απο αυτή την διαδικασία, σχεδόν τίποτα δεν θα διασωθεί απ την αρχική ομορφιά του.
( η μνήμη μου θα διασώσει: Βγαίνω έξω απο το νερό, ξαπλώνω στην άμμο, όλα είναι σαν σε όνειρο)








Monday, July 27, 2015

22. Ελεγεία για τους χαμένους ήχους


Είναι ενας μικρός δρόμoς , σε μια ασήμαντη γειτονιά, που μ' αρέσει να τον περπατάω τα απογεύματα.
Τόσα πολλά τα τζιτζίκια πάνω στα δέντρα του! Το βουητό τους , κάποτε μια σχεδόν καθημερινή ενόχληση, άρχισε να μου γίνεται σημαντικό όταν έπαψα πια να το συναντώ . Σήμερα είναι τόσο σπάνιο που , κάθε φορά που τρέχω να το βρω , έρχεται στα αυτιά μου όλο και πιο απόκοσμο.
Απο τότε που πρωτοήρθα εδω, σ αυτή την χαώδη ασιατική πρωτεύουσα, πέρασε καιρός. Μιλώντας για ήχους, δεν είναι μόνο τα τζιτζίκια που μου λείπουν.
Που πήγε ο διαπεραστικός θόρυβος απο το νυχτερινό κάλεσμα εκείνης της παράξενης σπιτικής σαύρας ;
Και ο ήχος απο εκείνα τα μεγάλα βατράχια που μοιάζει με μουγκανητό ταύρου ;
Κι ο ήχος απο κείνο το πάντοτε αόρατο τρελο πουλί που πλέον κανείς συναντάει μόνο σε δυο τρία απο τα μεγαλύτερα πάρκα ;
Όσο κι αν ο κόσμος αλλάζει συχνά για το καλύτερο, πόσο δύσκολο το να νιώσεις μια συνέχεια του εαυτού σου και να τον συνδέσεις με τις όποιες αναμνήσεις σου, όταν ο ηχητικός ιστός, ενα πανίσχυρο συγκολητικό υλικό που χωρίς να το συνειδητοποιείς ενοποιεί την πραγματικότητα, μεταβάλλεται τόσο απότομα και βάρβαρα!
Προσπαθώ να ακούσω.
Οι ομιλίες των ανθρώπων είναι πάντοτε εκεί , κάποια μουσική απο ενα ανοιχτό ραδιόφωνο, ο εθνικός ύμνος που ακούγεται απ τα μεγάφωνα κάθε πρωί κι απόγευμα, ο κουδουνιστός ήχος απο τις αυτόματες πόρτες των σούπερ μάρκετ, τα ringtones απο τα κινητά και το κοφτό σφύριγμα που ενημερώνει τις κοπέλες που παίζουν με τα τάμπλετ τους στο δρόμο οτι έχουν ενα καινούριο μήνυμα.
Όλα τα υπόλοιπα όμως είτε σκεπάζονται απο τα θηριώδη μουγκρητά των αυτοκινήτων, είτε έχουν σιωπήσει.
Η βροχή πέφτει όλο και λιγότερο στις λαμαρινένιες σκεπές των φτωχόσπιτων : η φωνή της τώρα πνίγεται συνήθως πάνω στο μπετόν.
Ο ψαλμός των μοναχών δεν φτάνει στ' αυτιά σου όπως παλιά , όταν περνούσες έξω απο την είσοδο κάποιου ναού.
Οι φωνές των παιδιών που παίζουν πώς να ακουστούν σε τόσο θόρυβο καθώς κάθε λογής οχήματα, εκατομμύρια, διασχίζουν τις λεωφόρους  ; Κι έπειτα συνειδητοποιείς πως δεν υπάρχουν καν παιδιά που παίζουνε εξω απο τα σπίτια τους πια.
Ασήμαντο πράγμα θα λεγες τους ήχους!
Δεν υπάρχει όμως πιο κατάλληλος άνθρωπος για να σου διηγηθεί την ιστορία μιας πόλης που αλλάζει μέσα στις δεκαετίες απο έναν τυφλό!
Στέκομαι για λίγο, ανάβω ενα τσιγάρο, και με κλειστά μάτια, ακούω τα τζιτζίκια να οργιάζουν.